ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
Δονζελότ 9, 491 00 Κέρκυρα
τηλ. 2661046104

 Αριθ. Πρωτ. 1038
Κέρκυρα, 26 Νοεμβρίου 2013 
ΠΡΟΣ: Όλα τα μέλη του Συλλόγου
Κοινοποίηση:  κ. Εισαγγελέα Πρωτοδικών Κερκύρας
κ. Ειρηνοδίκη Κερκύρας
Τμήμα Συγκοινωνιών Περιφερειακής Ενότητας Κερκύρας
ΔΟΥ Κερκύρας

 ΘΕΜΑ: Ένορκες βεβαιώσεις

 

     Σας κοινοποιούμε ξανά την υπ'αριθμόν 27/14-6-2012 εγκύκλιο του Συμβολαιο­γραφικού Συλλόγου Εφετείων Αθηνών, Πειραιώς, Αιγαίου και Δωδεκανήσου, με την σε αυτήν συνημμένη υπ'αριθμόν 6/16-5-2008 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σχετικά την αρμοδιότητα ή μη σύνταξης ενόρκων βεβαιώσεων από συμβολαιογράφους και ειρηνοδίκες.
      Από τη γνωμοδότηση προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η αξίωση της διοίκησης να της προσκομίσουν οι ενδιαφερόμενοι ένορκες βεβαιώσεις προκειμένου να τους εκ­δώσει ορισμένα πιστοποιητικά ή να προβεί σε κάποιες νόμιμες ενέργειες, παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα και ο Νόμος δεν το προβλέπει, είναι παράνομη, αντισυ­νταγματική και αναποτελεσματική.ς Ζ. Γιαννακούρης
      Τα ανωτέρω κοινοποιούνται διότι μας έχουν αναφερθεί: 1) ότι το Τμήμα Συγκοινω­νιών της Περιφερειακής Ενότητας Κερκύρας ζητά από τους πολίτες την προσκόμιση ενόρκου βεβαιώσεως για άρσεις παρακράτησης κυριότητας επί αυτοκινήτων και 2) ότι το Ειρηνοδικείο Κερκύρας συντάσσει ενόρκους βεβαιώσεις αδιακρίτως, χωρίς δηλαδή να εξετάζονται οι υπό του Νόμου και του Συντάγματος προϋποθέσεις. Τέλος, να υπενθυμίσουμε τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 1540/1944 κατά την ο­ποία οι ένορκες βεβαιώσεις συντάσσονται όπου επιτρέπεται υπό του νόμου.

Μετά τιμής
Για το Δ.Σ.

ο Πρόεδρος
Κωνσταντίνος Ζ. Γιαννακούρης 

 ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------

.ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 27η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                                           Αθήνα, 14 Ιουνίου 2012
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ &
ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ                                           Αριθμ. Πρωτ. 930
 ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΦΕΤΕΙΩΝ ΑΘΗΝΩΝ-ΠΕΙΡΑΙΩΣ-
ΑΙΓΑΙΟΥ & ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ                                                    Προς όλα τα μέλη του Συλλόγου
_____
Ταχ.Δ/νση: Γ.Γενναδίου 4, 10678 - Αθήνα
Τηλέφωνα: 210 330 7450,-60,-70,-80,-90
Fax: 210 384 8335
E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.  
Πληροφορίες: Γεώργιος Ρούσκας (210-36.15.704)


 Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 6/16-5-2008 γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία έχει δημοσιευτεί στον τόμο ΚΣΤ’ (2008-2009) σελ. 1572 της Συμβολαιογραφικής Επιθεώρησης και την οποία συγκοινοποιούμε με την παρούσα, «Ο Ειρηνοδίκης και ο συμβολαιο-γράφος προκειμένου να συντάξουν ένορκες βεβαιώσεις, έχουν καθήκον να εξετάζουν την ύπαρξη σχετικής νομοθετικής διάταξης που επιτρέπει στις αρχές, στις οποίες θα προσκομισθούν, να τις δεχθούν ως αποδει-κτικό μέσο κατά την άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητάς τους.
Απόρροια της νομικής αυτής δεσμεύσεώς τους είναι και η υποχρέωσή τους να αναγράφουν στο κείμενο των ενόρκων βεβαιώσεων που συ-ντάσσουν το σκοπό για τον οποίο δίδονται έτσι, ώστε να προκύπτει η σχετική αρμοδιότητά τους.»


Συνεπώς ο συμβολαιογράφος έχει αρμοδιότητα να καταρτίζει ένορκες βεβαιώσεις μόνον στις προβλεπόμενες από την ανωτέρω γνωμοδότηση περιπτώσεις και όχι σε κάθε περίπτωση.
Ειδικότερα δεν έχει αρμοδιότητα να συντάσσει ένορκες βεβαιώσεις για την ύπαρξη εμπραγμάτων δικαιωμάτων κάποιου σε ακίνητο, προκειμένου αυτές να χρησιμοποιηθούν στο Κτηματολόγιο ή σε Δημόσια Υπηρε-σία, ως απόδειξη του αντίστοιχου δικαιώματός του.


Με τιμή
Ο Πρόεδρος                                          Η Γενική Γραμματέας
Κωνσταντίνος Βλαχάκης                    Ευαγγελία Χριστοπούλου-Σταμέλου

 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ
Ο Ειρηνοδίκης και ο συμβολαιογράφος προκειμένου να συντάξουν έ-νορκες βεβαιώσεις, έχουν καθήκον να εξετάζουν την ύπαρξη σχετικής νομοθετικής διάταξης που επιτρέπει στις αρχές, στις οποίες θα προσκο-μισθούν, να τις δεχθούν ως αποδεικτικό μέσο κατά την άσκηση της συ-γκεκριμένης αρμοδιότητας τους. Απόρροια της νομικής αυτής δεσμεύ-σεως τους είναι και η υποχρέωση τους να αναγράφουν στο κείμενο των ενόρκων βεβαιώσεων που συντάσσουν το σκοπό για τον οποίο δίδονται έτσι, ώστε να προκύπτει η σχετική αρμοδιότητα τους.Γνωμ. υπ' αριθ. 6/16-5-2008 Εισ. Α.Π.1. Σ' απάντηση των 1) 734/10-10-05, 2) 21958/ 18-11-05 και 102460/25-11-05 εγγράφων ερωτημάτων της Διεύθυνσης Αστικής και Δημοτικής Κατάστασης του Υπουργείου Εσωτερικών-Δημ. Διοίκησης και Αποκέ-ντρωσης, που μας διαβιβάσατε με το 28935/15-3-06 έγγραφο σας, α-ναφορικά με τη νομιμότητα της αξίωσης από τους Δήμους προσκόμισης ένορκης βεβαίωσης ως προαπαιτούμενου δικαιολογητικού για την έκ-δοση πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών, σας γνωρίζουμε τα ακόλου-θα.2. Νομικές διατάξεις.


α. Το Σύνταγμα. Κατά το άρθρο 13 παρ. 5 του Συντάγματος, ουδείς όρ-κος επιβάλλεται άνευ νόμου ορίζοντος και τον τύπον αυτού. Από τη διάταξη αυτή, που συμπορεύεται με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, επιβάλλεται, οσάκις η Πολιτεία θέλει να θεσπίσει την υπο-χρέωση της ορκοδοσίας, είτε για τους δημόσιους λειτουργούς και υ-παλλήλους, είτε ως αποδεικτικό μέσο στην πολιτική, διοικητική και ποι-νική δικαιοσύνη ή στη διοικητική διαδικασία, απαιτείται να το θεσπίσει υποχρεωτικά με νόμο, που να ορίζει τόσο τη δυνατότητα της ορκοδοσί-ας, όσο και τον τύπο του διδόμενου όρκου. Δεν μπορεί δηλ. η Πολιτεία να επιβάλει την υποχρέωση της ορκοδοσίας με άλλη διοικητική πράξη, όπως με εγκύκλιο, με απλό έγγραφο κ.λπ. [Αν. Μαρίνος Δίκη 11/30]. Τον καθορισμό των περιπτώσεων, στις οποίες είναι η ορκοδοσία υπο-χρεωτική, καθώς και τον προσδιορισμό του τύπου του όρκου αφήνει ο συντακτικός στον κοινό νομοθέτη (άρθρο 13 παρ. 5). Έτσι σύμφωνα με τα άρθρα 385, 408 και 423 Κ.Πολ.Δικ. και 194, 218, 220 και 236 Κ.Ποιν. Δικ. οι αλλόθρησκοι και οι ετερόδοξοι ορκίζονται κατά τον τύπο της θρησκείας τους, αν αναγνωρίζει τον όρκο. Σε περίπτωση, κατά την ο-ποία ο ορκιζόμενος είτε είναι άθρησκος ή άθεος, είτε η θρησκεία του ή το δόγμα του απαγορεύουν ή δεν αναγνωρίζουν τον όρκο, στη θέση του δίδεται διαβεβαίωση με επίκληση της τιμής και της συνείδησης του υ-πόχρεου σε ορκοδοσία. [Σπύρος Τρωιάνος 27 Απριλίου 2006 ΙΝΤΕΡΝΕΤ Ελευθερία Θρησκευτικής Συνείδησης].


Κατ' άλλη επιεικέστερη εκδοχή, την οποία ακολουθούν ορισμένες σχε-τικά πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον έχουμε «βαθεία επέμβαση» σε συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερί-α, όπως εδώ της θρησκευτικής ελευθερίας, απαιτείται είτε τυπικός νό-μος είτε διάταγμα ειδικής εξουσιοδότησης, [ΣΤΕ 2379/89 ΕΛΛ.ΔΙΚ. 91/400, ΣΤΕ 39/91 ΕΔΔ 91/250, ΣΤΕ 2089/91 ΔιΔικ. 92/561, ΣΤΕ 2790/93 ΔιΔικ. 94/1125]. Αποκλείονται έτσι οι υπόλοιπες κατηγορίες κανονιστι-κών πράξεων της διοίκησης, που προβλέπονται στο άρθρο 43 Συντ. [Κ. Χρυσόγονος Ατομικά δικαιώματα 2002 σ. 78, 249].
Εξάλλου, οι ρυθμιστικοί των ατομικών δικαιωμάτων νόμοι, όπως είναι και εκείνοι που θεσπίζουν την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, εφόσον καθορίζουν το κανονιστικό περιεχόμενο συνταγματικών δικαι-ωμάτων, ούτε ανέλεγκτοι και απεριόριστοι είναι, ούτε επιβάλλονται μέσω διασταλτικής ή αναλογικής ερμηνείας.
Απαιτείται να είναι ειδικοί και να ερμηνεύονται στενά. Η σύνταξη επο-μένως ενόρκων βεβαιώσεων δεν είναι ελευθέρως επιτρεπτή, ούτε ο νό-μος παρέσχε στη διοίκηση εν λευκώ εξουσιοδότηση να την απαιτεί από τους διοικούμενους επί παντός θέματος και άνευ ουδενός περιορισμού. [Β. Παππάς Ένορκοι βεβαιώσεις ΕΕΝ 33/436].
Η επιβολή, επομένως, από τα κρατικά όργανα της ορκοδοσίας σε περι-πτώσεις που δεν προβλέπονται από το νόμο είναι παράνομη, τόσον για τους υπαλλήλους που την αξιώνουν, όσο και για εκείνους που την δέχο-νται και την αξιοποιούν.


β. Ο νόμος. Κατά το άρθρο 1 του Ν. 1540/44 «περί ενόρκων βεβαιώσε-ων», «κατά πάσαν περίπτωσιν καθ' ην επιτρέπεται η χρησιμοποίηση ενόρκου βεβαιώσεως, αύτη δύναται να γίνη ενώπιον του Ειρηνοδίκου ή ενώπιον ενός των συμβολαιογράφων της περιφερείας του Ειρηνοδικεί-ου της κατοικίας ή διαμονής του ενδιαφερομένου ή των μαρτύρων». Κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, «κατά τας εν άρθρω 1 του παρόντος οριζομένας περιπτώσεις δέον να τηρώνται αι διατάξεις των αρθρ. 177-194 του Οργανισμού των Δικαστηρίων, ως ταύτα ετροποποιήθησαν με-ταγενεστέρως». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο Ειρηνοδίκης και ο συμβολαιογράφος δεν έχουν γενική αρμοδιότητα να λαμβάνουν ένορκες βεβαιώσεις προκειμένου να προσκομίζονται από τους ενδια-φερόμενους στις δικαστικές ή σε άλλες εξωδικαστικές αρχές για την έκ-δοση απ' αυτές, βάσει τούτων, σχετικών δικαστικών ή διοικητικών εγ-γράφων. Αντίθετα, η αρμοδιότητα των Ειρηνοδικών και των συμβολαιο-γράφων να δέχονται ένορκες βεβαιώσεις προσώπων περιορίζεται μό-νον στις περιπτώσεις, όπου ειδικές διατάξεις προβλέπουν αυτές ως επι-τρεπόμενο αποδεικτικό μέσο σε ορισμένες αρχές, στις οποίες προσκο-μίζονται, για την εκτίμηση απ' αυτές εννόμων σχέσεων και καταστάσε-ων και την έκδοση, ενόψει τούτων, των δικαστικών ή διοικητικών εγ-γράφων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα τους.
Κατά συνέπεια, ο Ειρηνοδίκης και ο συμβολαιογράφος προκειμένου να συντάξουν ένορκες βεβαιώσεις έχουν καθήκον να εξετάζουν την ύπαρ-ξη σχετικής νομοθετικής διάταξης που επιτρέπει στις αρχές, στις οποίες θα προσκομισθούν, να τις δεχθούν ως αποδεικτικό μέσο κατά την ά-σκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας τους [ΑΠ 358/61]. Απόρροια της νομικής αυτής δεσμεύσεως τους είναι και η υποχρέωση τους να α-ναγράφουν στο κείμενο των ενόρκων βεβαιώσεων που συντάσσουν το σκοπό για τον οποίο δίδονται έτσι, ώστε να προκύπτει η σχετική αρμο-διότητα τους.


3. Χρησιμοποίηση ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων.
Οι ένορκες βεβαιώσεις προβλέπονται ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα στις εξής περιπτώσεις.
α. Στην πολιτική δίκη οι ένορκες βεβαιώσεις υπό το καθεστώς της αυ-στηρής αποδείξεως με τα αποδεικτικά μέσα και τους διαδικαστικούς τύπους που προέβλεπε ο ΚΠΟΔ πριν από τη δικονομική μεταβολή που επήλθε με το Ν. 2915/01, στο πολυμελές πρωτοδικείο και στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας δεν αποτελούσαν επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, αλλά μπορούσαν να εκτιμηθούν μόνον ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον ήταν επιτρεπτό το εμμάρτυρο μέσο. Είχαν όμως επιτραπεί στην τακτική διαδικασία ενώπιον των μονομελών πρωτοδικείων και των ει-ρηνοδικείων με το Ν. 1478/84. Ήδη η χρήση τους προβλέπεται πλέον γενικώς στη νέα τακτική διαδικασία ενώπιον όλων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, συνεπώς και των πολυμελών πρωτοδικείων, υπό τις εξής τρεις προϋποθέσεις: 1) ότι δεν υπερβαίνουν αριθμητικά τις τρεις, 2) ότι έχουν δοθεί πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως και 3) ότι λήφθηκαν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠΟΔ. [ΑΠ. 160/06]. Εκτιμώνται δε ελεύθερα από το δικαστή και από την εισηγητική έκθεση του Ν. 2915/01 χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικό μέσο μη πληρούν τους όρους του νόμου. Κατά τις ειδικές διαδικασίες χρησιμοποιούνται για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν κατά τη συζήτηση στο δι-καστήριο, [άρθρο 591 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΟΔ], στις μισθωτικές διαφορές, [άρθρο 650 παρ. 1 ΚΠΟΔ], στις εργατικές διαφορές, [άρθρο 671 παρ. 1 ΚΠΟΔ] και στις διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας [άρθρο 681 ΚΠΟΔ] κ.λπ., εφόσον συντρέχουν αθροιστικώς οι εξής δυο προϋπο-θέσεις 1) να δόθηκαν πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως, και 2) ύ-στερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από εικοσιτέσ-σερις τουλάχιστον ώρες. [ΑΠ. 1525/04 ΕΛΛ. ΔΙΚ.05/755]. Αν οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν σε υπάρχουσα δίκη χωρίς να τηρηθούν οι από τα άρθρα 270 παρ. 2, 650 και 671 ΚΠΟΔ τασσόμενες διατυπώσεις, στερούνται κύ-ρους και θεωρούνται ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη όχι μόνον ως ίδιο αποδεικτικό μέσο προς άμεσον απόδειξη, αλλ' ούτε και προς έμμεσο, δηλ. προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

[ΑΠ. 373/02, ΑΠ. 1408/03 ΕΛΛ.ΔΙΚ. 04/1033, ΑΡΧ.ΝΟΜ. 05/156].
β. Στην ποινική δίκη, εφόσον σ' αυτή, κατά το άρθρο 179 παρ. 1 ΚΠΔ, επιτρέπονται κάθε είδους αποδεικτικά μέσα, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη και συμβολαιογράφου, ως περιέχουσες μαρτυρίες τρίτων εκτός δίκης, συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ιδιώνυμο και ιδιότυπο. Δεν υπάγονται ούτε στην κατηγορία των μαρτυρικών κα-ταθέσεων, γιατί δεν λήφθηκαν με τις δικονομικές εγγυήσεις που τάσσο-νται από τον ΚΠΔ γι' αυτές, ούτε στην κατηγορία των απλών εγγράφων μαρτυρίας, [όπως π.χ. μια ιδιωτική επιστολή], λόγω του ότι πρόκειται για δημόσια μαρτυρία προσώπων. Η λήψη υπόψη αυτών από το δικα-στήριο πρέπει να προκύπτει σαφώς και να αντιδιαστέλεται από τις μαρ-τυρικές καταθέσεις και τα απλά έγγραφα, αλλιώς η απόφαση που θα εκδοθεί είναι αναιρετέα για έλλειψη της απαιτούμενης από το σύνταγ-μα ειδικής αιτιολογίας. Αν το δικαστήριο εκτιμήσει την ένορκη βεβαίω-ση ως μαρτυρική κατάθεση, πράγμα το οποίο είναι ανεπίτρεπτο, ασκεί δικαιοδοσία που δεν του επιτρέπει ο νόμος και η απόφαση του αναιρεί-ται για υπέρβαση εξουσίας. [ΑΠ. 1642/02].


γ. Στον Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας δεν επιτρέπονται [ΣΤΕ 446/03 ΔΦΟΡΝ 2004/425, ΔΦΟΡΝ 2004/1014, ΔΕΕ 2004/6030. γ. Στη διοίκηση προβλέπονται στις εξής ενδεικτικά ειδικές περιπτώσεις:
1) Για την απόδειξη των τεχνικών και επαγγελματικών ικανοτήτων των υποψήφιων ή προσφερόντων για την ανάθεση εκτέλεσης δημόσιων έρ-γων. [Ν. 3389/05 άρθρο 15 παρ. 3, Ν. 3316/05 άρθρο 14 παρ. 6, Υ.Α. 282/05, ΟΔΓ 0018/20, Ν. 3164/03].
2) Για την απόδειξη της ιδιοκτησίας των μισθούμενων από το δημόσιο ακινήτων. [Ν. 3130/03 άρθρο 47 παρ. 3].
3) Για την απόδειξη των επαγγελματικών προσόντων των φαρμακο-ποιών [Ν. 206/47].4) Για την απόδειξη των φυλών των αυτοχθόνων ζώων, [Α.Υ.Γ. 108645/4020/20.03.2003 άρθρο 7].
5) Για την οικογενειακή κατάσταση των φοιτητών του Πανεπιστημίου Αιγαίου [ΑΥΠ 108974/Β1-25-10-02],
6) Για την απόδειξη της φθοράς και απώλειας των εκλογικών βιβλιαρίων [Ν. 1516/85 άρθρο 23].
7) Για την εργασιακή κατάσταση των δικαιούχων οικονομικής ενίσχυσης ασθενών [Ν. 1437/84 άρθρο 19 παρ. 4],
8) Για την απόδειξη της ύπαρξης εγγυτέρων συγγενών προς εξεύρεση του φόρου κληρονομιών [Ν.Δ. 118/73 άρθρο 67 και ΑΥ ΟΙΚ. 13061/22-10-73].
9) Για την απόδειξη του σήματος ως νέου [Ν. 2239/54 άρθρα 9, 13].
10) Για την απόδειξη προϋπηρεσίας προς κανονισμό των συντάξεων [Π.Δ. 163/85, άρθρο 4 παρ. 5, ως αντικαταστ. με το 2 ΠΔ. 214/ 89].
11) Για τη βεβαίωση του χαμηλού εισοδήματος εκείνων που δικαιού-νται να τύχουν δωρεάν παροχής νομικής βοήθειας [άρθρο 2 Ν. 3226/04].


4. Οι ανομιμοποίητες ένορκες βεβαιώσεις.
Η αξίωση της διοίκησης να της προσκομίσουν οι ενδιαφερόμενοι έ-νορκες βεβαιώσεις προκειμένου να τους εκδώσει, ενόψει τούτων, ο-ρισμένα πιστοποιητικά, μολονότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν έχουν αναγορευθεί από το νόμο ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι παράνομη, αντισυνταγματική και α-ναποτελεσματική.
α. Είναι παράνομη, γιατί έρχεται σε αντίθεση με το Ν. 1540/44, που α-πένειμε στα δικαστικά αυτά πρόσωπα το δικαίωμα να δέχονται και να συντάσσουν ένορκες βεβαιώσεις, καθόσον το δικαίωμα τους αυτό δεν τους το απένειμε γενικά, αλλ' υπό τον όρο ότι οι συντασσόμενες βε-βαιώσεις επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν από τις αρχές, στις οποίες θα προσκομισθούν, ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα κατά την άσκηση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας τους. Αν δεν προβλέπονται από το νόμο ότι θα χρησιμοποιηθούν ως παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, δεν ι-δρύεται η σχετική αρμοδιότητα τους και, συνεπώς, η αποδοχή στην πε-ρίπτωση αυτή ενόρκων βεβαιώσεων, καθώς και η παραπέρα καθοιον-δήποτε τρόπο αξιοποίηση τους είναι παράνομη.
β. Είναι αντισυνταγματική, γιατί παραβιάζει τα ατομικά δικαιώματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της θρησκευτικής ισότητας και της θρησκευ-τικής ελευθερίας. Την αρχή της προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέ-πειας την παραβιάζει διότι με το να απαιτεί η διοίκηση ένορκη βεβαίω-ση για την απόδειξη κάποιου γεγονότος θέτει APRIORI υπό αμφισβήτη-ση την αξιοπιστία του διοικούμενου, τον μεταβάλλει σε μέσο για την απόδειξη συγκεκριμένου σκοπού και του ασκεί ηθικό εξαναγκασμό, ε-ξαναγκάζοντας τον να προβεί σε πανηγυρική πράξη με την επίκληση του θείου για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του.
Την αρχή της ισότητας την παραβιάζει διότι ξεχωρίζει χωρίς κανένα σο-βαρό ιδιαίτερο λόγο, όσους ασπάζονται τη χριστιανική θρησκεία, σε α-ντίθεση με τους αθέους και τους οπαδούς άλλων θρησκειών, να δώ-σουν ορισμένου τύπου θρησκευτικό όρκο.